Σκεφτείτε το

ΝΕΑ ΜΗΔΕΙΑ

texn_6.3.3_235

ΝΕΑ ΜΗΔΕΙΑ

Αρκετά χρόνια πριν, ως ειδικευόμενος της ψυχιατρικής, έτυχε να ζήσω ένα ιδιαίτερο περιστατικό που δεν απαντάται τόσο συχνά. Ας το πάρω από την αρχή.
Ένα βράδυ λοιπόν του Ιούνη, σε μια από τις καλοκαιρινές εκείνες εφημερίες στην ψυχιατρική κλινική της πόλης της Κοζάνης, με τον ευκάλυπτο της αυλής να μας χαλαρώνει, ένας νεαρός γύρω στα 22 ντυμένος σα να βγήκε από ταινία του προηγούμενου αιώνα, ρυπαρής, μέτριου
αναστήματος, μελαχρινός με πράσινα μάτια μπήκε στην αυλή της ψυχιατρικής και σαν χαμένος άρχισε να μας εκλιπαρεί να βοηθήσουμε την μητέρα του. Μια γυναίκα 43 ετών, όπως μάθαμε μετά. Μια γυναίκα που σου έδινε την εντύπωση μεσήλικα. Ρυπαρή, με ρούχα να φαίνονται δανεικά πάνω της. Τα μαλλιά της σαν να μη γνώρισαν ποτέ χτένα, μπλεγμένα σε κόμπους. Το πρόσωπο της ανέκφραστο. Απρόσφορο. Είναι από εκείνα το πρόσωπα που σου προκαλούν τρόμο γιατί δεν βλέπεις κανένα συναίσθημα πάνω τους. Δεν συναντάς εύκολα τέτοια πρόσωπα. Σε βλέπουν και είναι σαν να βλέπουν πέρα από σένα. Σαν να βλέπουν πέρα από όλους. Ο 22χρονος είναι χαμένος, δεν ξέρει τι να κάνει. Μόνο εκλιπαρεί. ”Σώστε την μητέρα μου. Μαρμάρωσε. Πάλι μαρμάρωσε.”. Περάσανε 30 λεπτά περίπου. Η μητέρα οδηγήθηκε σε ένα από τα δωμάτια της κλινικής. Ο 22χρονος γιος της παρόλες τις προσπάθειες μας να τον καθησυχάσουμε για την υγεία της μητέρας του δεν μπορούσε να ηρεμήσει. Το βλέμμα του ασταθές, το συναίσθημά του δυσθυμικό, οι σκέψεις του μπερδεμένες, φαινόταν αποπροσανατολισμένος στον χρόνο. Κάποιες στιγμές τρομαγμένος, άλλες έκλαιγε, κάπου κάπου σοβάρευε. Δεν περάσανε 10 λεπτά όταν ξαφνικά άρχισε να διπλώνεται στην μέση. Να πιάνει το στομάχι του και να φωνάζει βοήθεια. Την ίδια ώρα το άφηνε και ο πόνος εξαφανιζόταν από το πρόσωπό του. Θυμάμαι που έσκυψα και τον ρώτησα αν πονάει. Το αρνήθηκε. Το μόνο που τον απασχολούσε εάν η μητέρα του είναι καλά.
Νομίζω πως σας έδωσα την περιγραφή του περιστατικού, με τον φόβο πως ίσως να σας κούρασα
λίγο. Θα γίνω πιο συνοπτικός στις παρακάτω γραμμές.
Ο νεαρός 22χρονος δύο ώρες μετά κατέληξε
από οξύ αιμολυτικό επεισόδιο δύπλα μου. Την ώρα που έφυγε ένιωσα να σηκώνομαι ψιλά. Να τον βλέπω από πάνω. Σαν ένα πίνακα ζωγραφικής με πρωταγωνιστή μια φυγούρα για την οποία ένιωσα οίκτο, τρόμο, κενό. Η ιατροδικαστική εξέταση διαπίστωσε τις ομολογίες της μητέρας. ”Τον δηλητηρίασα. Ήθελα να τον σώσω από το μαύρο που σκέπαζε την ζωή μας.”. Η μητέρα καθ’ όλη την νοσηλεία του μικρού περίμενε καρτερικά τον θάνατό του. Στο άκουσμα του θανάτου ξέσπασε. Όχι από λύπη αλλά από ανακούφιση. Πνιγμένη από αισθήματα ικανοποίησης και λύτρωσης. Οι εμμονές της και τα παραληρήματά της, επιτέλους μπόρεσαν να βρουν μια προσωρινή λύτρωση.
Σαφώς και πρόκειται για μία ψυχική διαταραχή. Μια νόσο βασανιστική που μπορεί να χτυπήσει τον ανθρώπινο εγκέφαλο και την ψυχή του. (Εγκέφαλος και ψυχή, θα το μιλήσουμε και αυτό κάποια στιγμή. Υπόσχεση.). Πρόκειται για μία ψυχωσική συνδρομή με έντονα στοιχεία παραλυτικών ιδεών και εμμονών. Παρανοϊκού τύπου σχιζοφρένεια με νοητική καθυστέρηση. Και αυτό το τελευταίο το αναφέρω γιατί αλλιώς θα δώσω λανθασμένες πληροφορίες για το τί
είναι σχιζοφρένεια. Δεν είναι αυτό το θέμα μας αλλά θα σας πω πως ο σχιζοφρενής είναι ένας άκακος ασθενής. Δεν βλάπτει σχεδόν ποτέ τους άλλους. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν η νοητική καθυστέρηση που μαζί με τα αισθήματα κενού και ματαιότητας σκότωσαν το νεαρό. Η γυναίκα αυτή ήταν παρατημένη από ιατρικής περίθαλψης, με αποτέλεσμα να χάσει πλήρως την αίσθηση της πραγματικότητας. Η σκέψη της τεμαχίστηκε, σκόρπισε. Κατακερματισμός της ψυχής, αν έδινα έναν πιο ψυχιατρικό όρο. Μια γυναίκα χαμένη σε έναν κόσμο μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας. Τι είναι αληθινό και τι όχι? Δεν μπορεί κανείς να μπει σε αυτό αν δεν το έχει ζήσει. Ίσως θα έλεγα πως μοιάζει με ένα παράξενο όνειρο που όλοι μας έχουμε δει. Περίεργες συνθήκες που όμως εκείνη την στιγμή δεν μπαίνεις να τις αμφισβητήσεις γιατί έτσι είναι. Να αμφισβητήσω την πραγματικότητα? Μόνο ένας τρελός θα το έκανε.
Σίγουρα η πρώτη αντίδραση του καθένα από μας θα ήταν υβριστικά επίθετα και ίσως κάποιοι να ξέφευγαν και περισσότερο εναντίον της. Ποιοι όμως πραγματικά ευθύνονται; Ποιοι είναι αυτοί που θα έπρεπε να τιμωρηθούν επί της ουσίας; μια γυναίκα παρατημένη. Μια οικογένεια παρατημένη. Και οι γύρω? Δεν βλέπουν τίποτα? όλοι αυτοί που εθελοτυφλούν βλέποντας μία μάνα να ξεφεύγει κάθε μέρα και περισσότερο? Αυτοί δεν ευθύνονται? Μια οικογένεια με ένα σοβαρό βαθμό υστέρησης να χαρακτηρίζει όλο το σύνολο της, στα όρια της εξαθλίωσης περνάει απαρατήρητη? Μια κοινότητα και μια εκκλησία να βλέπει, να ακούει και να αδιαφορεί. Έτσι όπως αδιαφορούν οι περισσότεροι πια μπροστά σε ένα καβγά, μια κλοπή, ένα βιασμό, ένα φόνο. Σκεφτόμουν πολλές φορές άλλος φαίνεται να είναι ο θύτης και άλλος στην πραγματικότητα είναι. Άθλιοι οι καιροί που ζούμε.
Η γυναίκα αυτή, όπως έμαθα, δεν επανήλθε ποτέ. Με υψηλές δόσεις φαρμάκων και δεν επανήλθε ποτέ. Περάσανε πολλά χρόνια από τότε. Είμαι σίγουρος πως η σχιζοφρενική ψύχωση αυτής της γυναίκας επικάθεται πια ως προστατευτικός παράγοντας και επίδεσμος γύρω της. Σε έναν κόσμο δικό της. Εκεί όπου η πραγματικότητα δεν μπορεί να εισέλθει ποτέ. Γιατί είναι τόσο οδυνηρή. Και ποιος μας λέει τελικά πως οι ψυχικές ασθένειες δεν είναι μια προσπάθεια της ψυχής να προστατευθεί από ένα δυσφορικό, οδυνηρό
ερέθισμα που επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά?
Αν κάτι αγαπάω πολύ σε μερικούς ανθρώπους είναι το αλεξιερεθιστικό τους σύστημα. Μερικοί άνθρωποι είναι γεννημένοι με την ικανότητα αυτή να απομακρύνουν
από γύρω μας τους ερεθισμούς. Σαν ένα αλεξικέραυνο που απομακρύνει τους επικίνδυνους κεραυνούς από ένα χωριό. Το δικό μας χωριό.
Σκεφτείτε το…

About the author

Δημήτρης Πέτρου